Οι υποθέσεις που έχουν απασχολήσει τη δημόσια ζωή κατά την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις υποκλοπές/Predator, το δυστύχημα των Τεμπών και τις πολιτικές του προεκτάσεις, την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, τη διαρροή προσωπικών δεδομένων αποδήμων που συνδέθηκε με την υπόθεση Ασημακοπούλου, καταγγελίες για πολεοδομίες και πρόσφατες αναφορές που συνδέονται με το Qatargate και πολιτικά πρόσωπα. Όλες αυτές οι υποθέσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και σε αρκετές περιπτώσεις δικαστικών ή κοινοβουλευτικών ερευνών.
Όταν τα σκάνδαλα παύουν να είναι «μεμονωμένα περιστατικά»
Υπήρξε μια εποχή που κάθε κυβέρνηση, όταν βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα σκάνδαλο, έσπευδε να μιλήσει για ένα «λάθος», μια «αστοχία», ένα «μεμονωμένο περιστατικό». Σήμερα, επτά χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρξαν μεμονωμένα περιστατικά. Το ερώτημα είναι πόσα μεμονωμένα περιστατικά χρειάζονται για να πάψουν να θεωρούνται μεμονωμένα.
Υποκλοπές. Τέμπη. ΟΠΕΚΕΠΕ. Διαρροή προσωπικών δεδομένων πολιτών. Υποθέσεις που αγγίζουν δημόσιους λειτουργούς, κρατικούς μηχανισμούς και πρόσωπα με πολιτικές διασυνδέσεις. Κάθε μία ξεχωριστά έχει τη δική της ιστορία. Όλες μαζί, όμως, συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί στην κακή τύχη ή στις συμπτώσεις.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν υπάρχει κεντρική ευθύνη. Ότι κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται αυτόνομα. Ότι άλλες είναι πολιτικές, άλλες διοικητικές και άλλες δικαστικές. Θεσμικά, αυτό είναι σωστό. Πολιτικά όμως γεννά ένα ερώτημα: όταν διαφορετικές υποθέσεις, σε διαφορετικούς τομείς του κράτους, καταλήγουν διαρκώς να συναντούν το ίδιο σύστημα εξουσίας, μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα πρόσωπα αλλά στον τρόπο που ασκείται η εξουσία;
Δεν χρειάζεται κανείς να υιοθετήσει θεωρίες συνωμοσίας. Αρκεί να παρατηρήσει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Κάθε φορά που προκύπτει μια σοβαρή υπόθεση, η πρώτη αντίδραση δεν είναι η πλήρης διαλεύκανση αλλά η επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν είναι η λογοδοσία αλλά η άρνηση. Δεν είναι η ανάληψη ευθύνης αλλά η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.
Και κάπου εκεί γεννιέται η καχυποψία των πολιτών. Όχι επειδή αποδείχθηκε ότι υπάρχει κάποιο «κέντρο επιχειρήσεων». Αλλά επειδή οι συμπτώσεις έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται σε βαθμό που μοιάζουν με μέθοδο.
Σε μια δημοκρατία, η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν καταρρέει από ένα σκάνδαλο. Καταρρέει όταν τα σκάνδαλα γίνονται κανονικότητα. Όταν η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο για όσους δεν βρίσκονται κοντά στην εξουσία.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν υπάρχει κάποιος «εγκέφαλος» πίσω από όλα αυτά. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει διαμορφωθεί ένα μοντέλο διακυβέρνησης στο οποίο η συγκέντρωση εξουσίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε κάθε σοβαρή δυσλειτουργία του κράτους να οδηγεί τελικά στο ίδιο πολιτικό κέντρο.
Και όταν ένας πολίτης βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες διαδρομές, τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες δικαιολογίες και την ίδια απουσία λογοδοσίας, αρχίζει να αναρωτιέται: πρόκειται πράγματι για μια αλυσίδα άσχετων γεγονότων ή για κάτι βαθύτερο που η δημοκρατία οφείλει να φωτίσει;
Αυτό είναι το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό. Και όσο δεν απαντάται πειστικά, θα επιστρέφει ξανά και ξανά στη δημόσια συζήτηση.
